Μελέτη μιας γυναικοκτονίας

Ιωάννης ο Βίαιος (1973) της Τώνιας Μαρκετάκη


  Γυναικοκτονία. Ένας όρος που μεταφέρεται από στόμα σε στόμα το τελευταίο διάστημα. Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα, ως τώρα στο 2021 έχουν συμβεί 9 γυναικοκτονίες στην Ελλάδα. Η αλήθεια είναι πως όταν ξεκίνησα να γράφω αυτή την ανάρτηση οι επίσημες γυναικοκτονίες ήταν 7. Βέβαια, διαβάζοντας μου έγινε προφανές ότι ως φαινόμενο δεν καταγράφεται με ολοκληρωμένο τρόπο από τις αρχές, ακριβώς όπως και η έμφυλη βία. Γι’ αυτό το λόγο, σκέφτηκα να συγκεντρώσω εδώ όσα γνωρίζω. Στο τέλος, θα επιχειρήσω να συνδέσω τις πληροφορίες με ένα πραγματικό περιστατικό, όπως αυτό αποδόθηκε κινηματογραφικά.

  Ο όρος «γυναικοκτονία» (“femicide”) έκανε την εμφάνισή του το 1801 περιγράφοντας το φόνο μιας γυναίκας, στην πραγματικότητα, όμως, διαμορφώθηκε τη δεκαετία του 1970 στους φεμινιστικούς κύκλους. Συγκεκριμένα, η Diana Russell τον έφερε στη δημοσιότητα το 1976 στο Πρώτο Διεθνές Δικαστήριο για τα Εγκλήματα Εναντίον των Γυναικών στις Βρυξέλλες. Σκοπός ήταν να διαχωριστούν ορισμένες ανθρωποκτονίες γυναικών από το σύνολο των ανθρωποκτονιών, στα πλαίσια μιας πολιτικής, κατά την οποία ονομάζοντας ένα φαινόμενο, δυνητικά προωθείς κοινωνική αλλαγή.

  Η αλήθεια είναι ότι οι φόνοι αντρών ξεπερνούν τους φόνους γυναικών στις σύγχρονες κοινωνίες. Η χρησιμότητα του όρου, λοιπόν, αποσκοπεί στην ανάδειξη ενός βαρύτατου κοινωνικού φαινομένου πίσω από ένα ποσοστό φόνων γυναικών. Υποστηρίζεται ότι οι γυναικοκτονίες υφίστανται σε πατριαρχικές κοινωνίες, καθώς σχετίζονται με τον έλεγχο που ασκούν συνολικά οι άντρες στις γυναίκες, και διαφοροποιούνται αναλόγως της μορφής της πατριαρχικής κοινωνίας. Σε μια γυναικοκτονία, πρωταρχικά, η γυναίκα έχει δολοφονηθεί λόγω του φύλου της, επειδή είναι γυναίκα. Αν δεν ήταν γυναίκα, αυτό δε θα είχε συμβεί. Μάλιστα, αν σκεφτεί κανείς έναν άντρα στη θέση της, με τις ίδιες συνθήκες, το έγκλημα δε φαίνεται καν ρεαλιστικό. Αξίζει να σημειωθεί πάντως, πως δε συμφωνούν όλοι με αυτούς τους ορισμούς. Υπάρχουν διαφωνίες και αντικρουόμενες απόψεις. Εγώ, ωστόσο, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τις κυρίαρχες αντιλήψεις.

  Σε μια πατριαρχική κοινωνία, η δύναμη και η εξουσία διανέμονται με άνισο τρόπο. Οι άντρες συνήθως κατέχουν περισσότερη ισχύ από τις γυναίκες σε διάφορα επίπεδα, και ένας τρόπος να τη διατηρήσουν είναι μέσω της βίας. Σε μια πατριαρχική κοινωνία, γυναίκες μπορεί να κακοποιούνται, να υποβάλλονται σε βιασμούς, εκμετάλλευση, καταπίεση και άλλες μορφές βίας. Σε ακραίες περιπτώσεις, δολοφονούνται. Αν και συνήθως όσα αναφέρθηκαν συμβαίνουν από άντρες, οι θύτες ενδέχεται να είναι και γυναίκες (ένα λογοτεχνικό παράδειγμα είναι η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη). Η μελέτη των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε φόνου μπορεί να υποδείξει αν η εκάστοτε γυναίκα έχει δολοφονηθεί εξαιτίας του φύλου της ή όχι. Κάποιες φορές η γυναικοκτονία πραγματοποιείται από κάποιο ερωτικό σύντροφο ανεξαρτήτως φύλου. Αυτή είναι και η πιο γνωστή περίπτωση. Όλοι έχουμε ακούσει για έναν άντρα που σκότωσε τη γυναίκα του, γιατί τον απατούσε, γιατί εκείνη ήθελε να πάρει διαζύγιο, γιατί τον τύφλωσε το πάθος του ή η ζήλια. Μια χαρακτηριστική έκφραση είναι «Αν δε σε έχω εγώ, δε θα σε έχει κανένας» που υποδηλώνει την προσπάθεια κυριαρχίας πάνω στη σύντροφο. Πόσες φορές έχουμε ακούσει για γυναίκες που σκότωσαν τον άντρα τους για τους ίδιους ακριβώς λόγους; Στην πραγματικότητα, το ποσοστό γυναικών που έχουν σκοτώσει τον ερωτικό τους σύντροφο είναι πενιχρό και σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία, πολλές φορές αυτό συμβαίνει ως αποτέλεσμα ιστορικού κακοποίησης από το δολοφονηθέντα ή ακόμα και ως αποτέλεσμα αυτοάμυνας. Με τον ίδιο τρόπο, πολλές από τις γυναικοκτονίες εξίσου ακολουθούν κάποιο ιστορικό κακοποίησης και βίας. Πριν η γυναίκα δολοφονηθεί από κάποιο νυν ή και πρώην σύντροφό της, συχνά έχει υποστεί απειλές, σεξουαλική ή σωματική βία.

  Σε πολλές περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, η γυναίκα φοβάται να φύγει, και αν το κάνει έρχεται αντιμέτωπη με πολλά ρίσκα. Η ιστορία έχει δείξει ότι μια κακοποιημένη γυναίκα συχνά απευθύνεται στις αρχές και δε γίνεται τίποτα γι’ αυτό. Στις χειρότερες περιπτώσεις παρακολουθείται, παρενοχλείται, κακοποιείται ή δολοφονείται από τον ερωτικό σύντροφο. Δυστυχώς, στις περισσότερες χώρες, μάλιστα, οι γυναικοκτονίες δε μελετώνται επαρκώς, καθώς η αστυνομία ή άλλοι φορείς δεν κατέχουν επαρκείς γνώσεις καταγραφής ανθρωποκτονιών βάσει φύλου. 
Σύμφωνα με κάποιες έρευνες, ένα σταθερό χαρακτηριστικό δράστη είναι η ικανότητά του να φαίνεται φυσιολογικός. Ένας δράστης που κρίνεται ως φυσιολογικός, καθημερινός άντρας φαίνεται υπεράνω πάσης υποψίας και συχνά ξεφεύγει από διώξεις. Γενικότερα, συμβαίνει μια ανθρωποκτονία γυναίκας να μη θεωρηθεί ως γυναικοκτονία, ενώ οι συνθήκες θα την κατέτασσαν σ’ αυτή την κατηγορία. Πάντως, με τα χρόνια το φαινόμενο γίνεται όλο και πιο γνωστό.

  Σύμφωνα με μια έρευνα, το 35% των γυναικών που δολοφονούνται (το ένα τρίτο δηλαδή) δολοφονούνται από ερωτικούς συντρόφους, ενώ σε αντιδιαστολή, μόλις το 5% των αντρών που δολοφονούνται, δολοφονούνται κατ’ αυτό τον τρόπο. Η αλήθεια είναι πως μια γυναίκα είναι πιο πιθανό να δολοφονηθεί από οικείο της πρόσωπο, παρά από κάποιο άλλο δράστη. Άλλες μορφές γυναικοκτονίας αφορούν:
  • φόνους με σεξιστικά/μισογυνιστικά κίνητρα
  • εγκλήματα τιμής για την προστασία της οικογενειακής φήμης (Μέση Ανατολή/Νότια Ασία)
  • φόνους λόγω προίκας (Ινδία)
  • φόνους σεξεργατριών
  • φόνους γυναικών που φυλακίζονται σε κυκλώματα τράφικινγκ ή εμπλέκονται στο οργανωμένο έγκλημα
  • φόνους γυναικών σε πλαίσια ενόπλων συγκρούσεων
  • φόνους με κατηγορία μαγείας
  • φόνους γυναικών βάσει ταυτότητας φύλου (π.χ. τρανς γυναίκες), σεξουαλικού προσανατολισμού, καταγωγής ή φυλής
  Κοινωνικά, οι γυναικοκτονίες συμβαίνουν πιο συχνά σε χώρες με επιφανέστερη ανισότητα φύλων και λιγότερη γυναικεία εκπροσώπηση στην κυβέρνηση. Αν και η έμφυλη βία και οι γυναικοκτονίες πλήττουν συνολικά τις γυναίκες, γυναίκες που είναι άνεργες, άπορες, μετανάστριες κ.α. βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση, καθώς φοβούνται να ζητήσουν βοήθεια και δεν τυγχάνουν της ίδιας κοινωνικής στήριξης. Αυτό που αξίζει να σημειώνεται πάντα, είναι ότι οι γυναικοκτονίες συνδέονται άρρηκτα με τις κοινωνικές συνθήκες. Δεν είναι μεμονωμένα γεγονότα, όπως ορισμένες ανθρωποκτονίες, αλλά αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού προβλήματος. Τα ΜΜΕ δε μένουν αμέτοχα σε όλο αυτό. Είναι σημαντικό ότι τα ΜΜΕ είναι προϊόν της κοινωνίας και ως μαζικό μέσο διαμορφώνουν την κοινή γνώμη και μπορούν να επιφέρουν κοινωνική αλλαγή. Ο τρόπος που παρουσιάζεται ένα έγκλημα στην τηλεόραση ή στον τύπο είναι πολύ σημαντικός. Όσοι μελετούν αυτό το υλικό αναφέρουν ότι συχνά εστιάζει στο τι έκανε η γυναίκα που δολοφονήθηκε, δικαιολογεί εμμέσως το θύτη (
«τη σκότωσε γιατί την αγαπούσε») ή αναζητά συνιστώσες ψυχικής ασθένειας που οδήγησαν στο έγκλημα, αντί να πυροδοτεί διάλογο για την έμφυλη βία και την προβληματική δομή της σύγχρονης κοινωνίας όπου νομιμοποιούνται και γίνονται ανεκτές οι γυναικοκτονίες. Η συμπεριφορά της γυναίκας, η ζήλια του δράστη, ή κάποια ψυχολογική του δυσκολία δε δικαιολογούν το φόνο ούτε οδηγούν φυσιολογικά σ' αυτόν. Η βία στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι μια μεμονωμένη έκρηξη ψυχικής διαταραχής ή μια κοινή συζυγική διαμάχη, είναι ό,τι προκύπτει σε μια κοινωνία όπου η γυναίκα θεωρείται κατώτερη. 


  Ο Ιωάννης ο Βίαιος (1973) είναι το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Τώνιας Μαρκετάκη, μια από τις καλύτερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, κατά την προσωπική μου άποψη, που δυστυχώς δεν έχει εκτιμηθεί ακόμη. Εκτός από εξαιρετική ταινία, ωστόσο, αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη μιας πραγματικής γυναικοκτονίας που συνέβη το 1964 με θύμα τη Μαρία Μπαβέα.

  Ο φόνος της κοπέλας τάραξε την ελληνική κοινωνία και έγινε δημοφιλές θέμα στα ΜΜΕ της εποχής, γεγονός που αποτυπώνεται στο πρώτο μέρος της ταινίας. Γύρω από το ρεπορτάζ του φόνου και τις καταθέσεις συγγενών και μαρτύρων αντιλαμβάνεται κανείς τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε, την πατριαρχική δομή της κοινωνίας, τις επικρατούσες αντιλήψεις για την παρθενιά, την προίκα, το γάμο και τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Κατά τη διάρκεια της αναζήτησης του δολοφόνου, ξεδιπλώνονται όσα διατηρούσαν τις γυναίκες της κοινωνίας σε υποβαθμισμένη θέση. Η Ελένη Χαλκιά τη δεκαετία του ’60 εγκλωβίζεται σε μια κακοποιητική σχέση, καθώς μην έχοντας προίκα δεν έχει άλλες επιλογές, ενώ ταυτόχρονα παραχωρεί όλα της τα χρήματα στο σύντροφό της και υποχρεώνεται να συνεισφέρει σημαντικά στις δουλειές του σπιτιού της οικογένειάς του. Αποκαλύπτεται πως η Ελένη «δεν ήτο αγνή» και είχε ερωτικές σχέσεις στο παρελθόν με αποκορύφωμα το περιστατικό, κατά το οποίο ο σύντροφός της Ηρακλής την υπέβαλε δια της βίας σε εξέταση παρθενίας. Μετά το φόνο της, όταν εκείνος μαθαίνει ότι η Ελένη είχε κάνει σεξ με άλλο άτομο πριν δολοφονηθεί, δηλώνει «πουτάνα... όλες πουτάνες είναι», καθώς για χρόνια 
«του έκανε τη μυξοπαρθένα». Οι εφημερίδες οδηγούνται για μια άλλη φορά σε ανθρωποφαγία, διαδίδοντας ακόμη και φήμες για σχέσεις της Ελένης με άλλους άντρες. Άραγε για την κοινή γνώμη θα έφταιγε η κοπέλα στην περίπτωση που είχε δολοφονηθεί από το σύντροφό της για απιστία; Συγγενής της φαίνεται να δηλώνει «ήταν όμως ζωηρούτσικη η Ελένη» και «δε θα είχε καλά αποτελέσματα», ενώ ένας πρώην εραστής της τη χαρακτηρίζει «κοπέλα εύκολη και δουλεμένη» εξηγώντας γιατί δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα. Για μένα, όλα όσα συζητούνται γύρω από το θύμα και τη ζωή του δεν είναι παρά ο κεκαλυμμένος σεξισμός της κοινωνίας, το μέρος του παγόβουνου που δεν είναι ορατό, ενώ η ίδια η δολοφονία βρίσκεται στην κορυφή του παγόβουνου, ορατή στο γυμνό μάτι ως μια, εν τέλει, σεξιστική επίθεση. Στη συνέχεια της ταινίας, όσο καταλαβαίνουμε (πλέον, με τα σύγχρονα δεδομένα) ότι πρόκειται για γυναικοκτονία, καθώς ο δολοφόνος, ψυχικά ασταθής, τη σκότωσε απλώς επειδή είναι γυναίκα («ήθελα από καιρό να σκοτώσω μια γυναίκα»), μου γίνεται εμφανής ο τρόπος κατά τον οποίο η κοινωνία η ίδια οδηγεί σε αυτό το φόνο. Το μη ορατό μέρος του παγόβουνου, ο μη ορατός - για μεγάλο μέρος της κοινωνίας - σεξισμός, κρατώντας με ποικίλους τρόπους τη γυναίκα στην ελληνική κοινωνία του ’60 σε υποδεέστερη θέση, δημιουργεί τις συνθήκες, ώστε ο Γιάννης, ένας νέος που έχει κακοποιηθεί στο παρελθόν, ή οποιοσδήποτε άλλος στη θέση του, να επιχειρήσει να επιβάλει την κυριαρχία του σε κάποια τυχαία γυναίκα (ή σε άλλες περιπτώσεις όχι και τόσο τυχαία). Η γυναικοκτονία της Ελένης δεν είναι παρά το οξύτατο σύμπτωμα μιας κοινωνίας που νοσεί. Ο Γιάννης είναι ένας νέος που θεωρεί τον εαυτό του «άσχημο και ανίκανο σεξουαλικά», δεν έχει σχέσεις με γυναίκες και φαντασιώνεται επί μακρόν ότι σκοτώνει γυναίκες, ώστε να αισθανθεί κυρίαρχος και ισχυρός. Στο τελευταίο μέρος της ταινίας, κατά τις καταθέσεις του στην αστυνομία και τη δίκη του θίγονται ζητήματα ψυχικής ασθένειας, σωστού/λάθους και των κινήτρων που οδηγούν σε φόνο. Ο Γιάννης κρίνεται σχιζοφρενής και δε φυλακίζεται, αλλά οδηγείται σε ψυχιατρείο.

Κοινωνική ανισότητα και έμφυλη βία, μέρη του ίδιου προβλήματος (Source: Gippsland Women's Health)


   Η έμφυλη βία, όπως και οι γυναικοκτονίες, πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα. Ωστόσο, αυτό δε μπορεί να συμβεί αν δεν αντιμετωπιστεί η κοινωνική ανισότητα μεταξύ των φύλων, τα στερεότυπα φύλου, αν δεν αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στη ρίζα του. Οι γυναικοκτονίες δε θα σταματήσουν με επιφανειακές λύσεις, καθώς συνδέονται άρρηκτα με ένα ευρύ κοινωνικό πρόβλημα που αφορά κάθε έναν από εμάς. Η διαχείρισή του, λοιπόν, εμπλέκει πολλούς διαφορετικούς φορείς, περισσότερο ή λιγότερο εμφανείς εκφάνσεις της κοινωνίας. Εμπλέκει κάθε έναν από εμάς, τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα φύλα και το πώς οραματιζόμαστε την κοινωνία.

Προτεινόμενα Βιβλία:
  • Femicide in Global Perspective (Diana E.H. Russell, Roberta A. Harmes)
  • Femicide: The Politics of Woman Killing (Jill Radford, Diana E. H. Russell)
  • Trauma and Recovery: The Aftermath of Violence - From Domestic Abuse to Political Terror (Judith Lewis Herman)
  • Femicide across Europe: Theory, research and prevention (Shalva Weil, Consuelo Corradi)

Βιβλιογραφία:
  • Bullock, C. F., & Cubert, J. (2002). Coverage of Domestic Violence Fatalities by Newspapers in Washington State. Journal of Interpersonal Violence, 17(5), 475–499.
  • Corradi, C., Marcuello-Servós, C., Boira, S., & Weil, S. (2016). Theories of femicide and their significance for social research. Current Sociology, 64, 975 - 995.
  • Taylor, R. (2009). Slain and Slandered: A Content Analysis of the Portrayal of Femicide in Crime News. Homicide Studies, 13(1), 21–49.
  • Taylor, R., & Jasinski, J. L. (2011). Femicide and the Feminist Perspective. Homicide Studies, 15(4), 341–362.
  • Weil, S. (2016). Making femicide visible. Current Sociology, 64(7), 1124–1137.
  • World Health Organization & Pan American Health Organization. (‎2012)‎. Understanding and addressing violence against women : intimate partner violence. World Health Organization.

Σχόλια