Burnout: όταν «αποφορτίζεται» η μπαταρία

Φροντίζοντας την αδερφή με καρκίνο στο τελικό στάδιο στο Cries and Whispers (1972) του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

«Ο δάσκαλος είναι σαν μια μπαταρία. (...) Στο τέλος κάθε χρονιάς, η μπαταρία έχει φθαρεί και πρέπει να επαναφορτιστεί. Μετά από κάθε επαναφόρτιση, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να διατηρήσει το φορτίο της και, τελικά, πρέπει να αντικατασταθεί. Τότε είναι που έχει συμβεί η πλήρης εξουθένωση.»

«Είμαι ψυχολόγος, μπαίνοντας στον τρίτο χρόνο που εργάζομαι ως θεραπευτής σε ένα κοινοτικό κέντρο ψυχικής υγείας. Είδα τον εαυτό μου να αλλάζει από ενθουσιώδες, πρόθυμο, ανοικτόμυαλο, στοργικό άτομο σε ένα κυνικό άνθρωπο που δε δίνει δεκάρα σε μόλις δυόμιση χρόνια. Είμαι μόνο 26 και έχω ήδη εμφανίσει έλκος εργαζόμενος διαρκώς στην παρέμβαση σε περιπτώσεις κρίσης. Έχω περάσει από το να πίνω για να χαλαρώσω για ύπνο, από ηρεμιστικά, από το να εκτείνω τις αναρρωτικές μου άδειες μέχρι τελικών ορίων, κ.ο.κ. (...) Αργά και επώδυνα αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι χρειάζομαι χρόνο μακριά από τη συνεχή διαχείριση ανθρώπινου πόνου και είναι οδυνηρό να νιώθεις αποτυχημένος, επειδή δε μπορείς να χειριστείς την πίεση.»

  Το burnout είναι ένα σύνδρομο συναισθηματικής εξουθένωσης, αποπροσωποποίησης και μειωμένης αποδοτικότητας και μπορεί να εκδηλωθεί σε κάθε άτομο που αναλαμβάνει τη φροντίδα άλλων ατόμων συστηματικά. Ακόμη και μια γυναίκα που φροντίζει τον άρρωστο σύζυγό της μπορεί να εκδηλώσει burnout. Επαγγελματικά, μπορεί να παρατηρηθεί σε νοσοκόμους, εκπαιδευτικούς, συμβούλους, ιατρούς, θεραπευτές, αστυνομικούς, κοινωνικούς λειτουργούς, αλλά και σε όποιον νοιάζεται για τους άλλους. Στην αρχή, ήταν συνυφασμένο με επαγγέλματα που σχετίζονται με την εξυπηρέτηση και περιλαμβάνουν την ανθρώπινη επαφή, αλλά πλέον αναγνωρίζεται ότι αφορά κάθε είδους επάγγελμα. Τα άτομα που εμφανίζουν burnout αισθάνονται συγκεκριμένα 1) εξάντληση ως αντίδραση στο χρόνιο καθημερινό στρες 2) κυνικότητα, φτάνοντας και στο σημείο να αντιπαθούν τους άλλους και να απομονώνονται και 3) την αίσθηση ότι δεν αποδίδουν στο έργο τους.

  Το burnout προκαλείται συνήθως από την κοινωνική αλληλεπίδραση μεταξύ του βοηθού και του αποδέκτη της βοήθειας. Μπορεί να συμβεί σε επαγγελματίες που υπερεκτείνουν τους εαυτούς τους και εμπλέκονται συναισθηματικά σε υπερβολικό βαθμό με τους ανθρώπους με τους οποίους εργάζονται, με αποτέλεσμα να αισθανθούν συναισθηματική εξουθένωση. Οι πόροι εξαντλούνται και η ενέργεια περιορίζεται, το άτομο νιώθει ότι δε μπορεί να προσφέρει όσο πριν. Η αίσθηση ότι δεν τα καταφέρνει στη δουλειά του συχνά αποτελεί απόρροια όλης αυτής της συναισθηματικής μεταβολής («Νόμιζα ότι ήμουν ευαίσθητη και τρυφερή με τους πελάτες, αλλά συχνά δεν είμαι, ίσως τρέφω αυταπάτες») και όχι λόγω πραγματικής επαγγελματικής ανικανότητας. Άτομα που βιώνουν burnout, ερμηνεύοντας αυτή την κατάσταση ως προσωπική τους αποτυχία επιχειρούν να αντιμετωπίσουν την «ανεπάρκειά» τους στην ψυχοθεραπεία, ή πιο συχνά με χρήση ουσιών, όπως αλκοόλ ή ναρκωτικά.

  Άτομα που είναι ευάλωτα στο burnout τείνουν να είναι παθητικά, μαζεμένα, χωρίς πολλή αυτοπεποίθηση, ενώ ένα ανυπόμονο, παρορμητικό άτομο βρίσκεται εξίσου σε κίνδυνο. Το burnout εμφανίζεται όταν ο εργαζόμενος δεν έχει αντιληφθεί τα όριά του, γιατί αν δεν τα έχει αντιληφθεί μπορεί και να τα υπερβεί, αδυνατεί να πει «όχι» ή να κάνει αλλαγές. Εξίσου φαίνεται ότι αν ένας επαγγελματίας δεν διατηρεί καθόλου έλεγχο στον εργασιακό χώρο ή από την άλλη αναζητά συνεχώς τον έλεγχο βρίσκεται σε κίνδυνο να εξαντληθεί. Βέβαια, η αλήθεια είναι πως ο καθένας θα μπορούσε να βιώσει burnout αν το στρες της εργασίας είναι αβάσταχτο. Όσον αφορά τον παράγοντα του φύλου, ερευνητικά φαίνεται πως οι γυναίκες τείνουν να αισθάνονται συνηθέστερα συναισθηματική εξάντληση και οι άντρες αποπροσωποποίηση έναντι των υπόλοιπων συμπτωμάτων, γεγονός που ίσως έγκειται στον τρόπο με τον οποίο κοινωνικοποιούνται τα φύλα από μικρή ηλικία. Μια γυναίκα αναμένεται να είναι στοργική και θερμή και ίσως επιλέξει ένα επάγγελμα όπου καλείται να αξιοποιήσει αυτά τα χαρακτηριστικά, ενώ ένας άντρας αναμένεται να είναι πιο ουδέτερος και ίσως επιλέξει δυσκολότερα κάποιο επάγγελμα που απαιτεί παροχή φροντίδας. Αν το κάνει, ίσως η στάση του προς τους πελάτες να είναι διαφορετική.

  Το burnout προκαλείται από ποικίλους παράγοντες. Δεν υπάρχει μόνο μία συγκεκριμένη αιτία. Ενδέχεται να συμβάλλουν εξωτερικοί παράγοντες που υφίστανται στο πλαίσιο εργασίας, αλλά και προσωπικοί ενδότεροι παράγοντες. Πολλοί εργαζόμενοι, ωστόσο, τείνουν να αγνοούν πλήρως τα εξωτερικά αίτια, συχνά αναζητούν τους λόγους όσων βιώνουν στους εαυτούς τους ή στους ανθρώπους που βοηθούν (“It’s either by me or by them”). Στην πραγματικότητα ο μείζων παράγοντας είναι το στρες. Οι ψυχολόγοι πάντως έχουν αντιληφθεί ένα σημαντικό προσωπικό παράγοντα. 
Όταν εργάζεσαι με ανθρώπους, θεωρείται σημαντικό να κατέχεις ενσυναίσθηση. Η ενσυναίσθηση φαίνεται να είναι διττή. Μπορεί, ως βοηθός, να καταλαβαίνεις γνωστικά, νοητικά αυτό που βιώνει το άλλο άτομο, αλλά μπορεί να αισθάνεσαι και ό,τι αισθάνεται. Συχνά, θεωρείται απαραίτητο το άτομο να εμπλέκεται συναισθηματικά σε αυτό που συμβαίνει σ’ εκείνον που βοηθάει, αλλά λίγοι τονίζουν την πιθανότητα η χρόνια αυτή συναισθηματική εμπλοκή να οδηγήσει στη συναισθηματική εξάντληση του burnout. Οι ειδικοί πλέον προτείνουν τη γνωστική ενσυναίσθηση έναντι της συναισθηματικής ενσυναίσθησης στους επαγγελματίες. Υποστηρίζουν ότι ένας επαγγελματίας που στηρίζεται στη συναισθηματική ενσυναίσθηση επί μακρόν, οδηγείται στην εξάντληση. Οι συνέπειες αφορούν τόσο το σώμα όσο και το πνεύμα. Άτομα που βιώνουν burnout εμφανίζουν προβλήματα υγείας, μειώνεται η αυτοεκτίμηση τους και δεν ικανοποιούνται τόσο από τη δουλειά τους. Μπορεί να αισθάνονται σωματική κόπωση, αϋπνία, ψυχοσωματικές ασθένειες. Ανακύπτουν πολλές ψυχολογικές δυσκολίες.

  Πώς αντιμετωπίζεται, λοιπόν, αυτό το σύνδρομο; Οι ειδικοί προτείνουν διάφορες τεχνικές που μπορούν να αξιοποιηθούν και προληπτικά και για τη διαχείριση του προβλήματος. Φαίνεται πως είναι σημαντικό να θέτουμε σαφείς και ρεαλιστικούς στόχους στη δουλειά μας, και να κατέχουμε ευελιξία, ώστε αν κάτι δεν πηγαίνει καλά, να δοκιμάσουμε εναλλακτικές λύσεις, όπως π.χ. κάποια διαφορετική θεραπεία για κάποιον ασθενή. Μια άλλη λύση περιλαμβάνει διαλείμματα και περιόδους ξεκούρασης σε κάθε βάρδια. Το burnout μας επισκέπτεται λιγότερο συχνά όταν μαθαίνουμε να παίρνουμε λιγότερο προσωπικά ό,τι συμβαίνει στην εργασία, σταματώντας επίσης να φέρνουμε τη δουλειά στο σπίτι. Είναι πάντα χρήσιμο να ζητάμε ανατροφοδότηση (“feedback”), ώστε να γνωρίζουμε τι κάνουμε σωστά και να αντλούμε ικανοποίηση από τις δυνατότητές μας. Η ενδοσκόπηση κρίνεται απαραίτητη, όπως και η έκφραση των συναισθημάτων μας τόσο προφορικά όσο και γραπτά. Οι επαγγελματίες που συζητούν με φίλους, όπως και με τους συναδέλφους τους, βλέπουν ποικίλα οφέλη. Οι συνάδελφοι, συγκεκριμένα, μπορούν να δώσουν νέες γνώσεις και πληροφορίες, συμβουλές και feedback, σχετικά πάντα με τη φύση της δουλειάς. Πάντως, εξίσου σημαντικές αποβαίνουν και οι αλλαγές στο εργασιακό πλαίσιο, καθώς το burnout δεν είναι αποκλειστικά προσωπική υπόθεση. 


Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο της Christina Maslach “Burnout: The Cost of Caring”. Η Christina Maslach, ως κοινωνικός ψυχολόγος, έχει αφιερωθεί στη μελέτη της επαγγελματικής εξουθένωσης εδώ και δεκαετίες και έχει δημοσιεύσει το Maslach Burnout Inventory, ένα σημαντικό εργαλείο αξιολόγησης του συνδρόμου.

Σχόλια