#Metoo: Γιατί κάποια άτομα αργούν να μιλήσουν;

Δύο αγόρια διαχειρίζονται την κακοποίηση με διαφορετικούς τρόπους στο Mysterious Skin (2004)



TRIGGER WARNING: ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΣΧΟΛΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ


  Πολλοί μιλούν πλέον και στην Ελλάδα για το κίνημα #Metoo. Δημιουργήθηκε το 2006 από την Tarana Burke, αλλά έγινε παγκοσμίως γνωστό τον Οκτώβρη του 2017 και σήκωσε μια θύελλα συζητήσεων γύρω από τη σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση. Σε κάποια μέρη του κόσμου, το κίνημα μεταφέρθηκε και στους δρόμους, καθώς πραγματοποιήθηκαν συλλαλητήρια ενάντια στη σεξουαλική παρενόχληση. Στην Ελλάδα το κίνημα έγινε πιο γνωστό στις αρχές του 2021 με την καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου και τις υπόλοιπες που ακολούθησαν με αποκορύφωμα τις συλλήψεις δραστών, όπως π.χ. συνέβη με το Δημήτρη Λιγνάδη και τον Πέτρο Φιλιππίδη. Σε όλο αυτό το διάστημα, άτομα στο διαδίκτυο σε όλο τον κόσμο μίλησαν για τις προσωπικές τους εμπειρίες, διάσημοι άνθρωποι του θεάματος κατήγγειλαν περιστατικά, όπως συνέβη με τη σωρεία καταγγελιών για τον Harvey Weinstein, και προκλήθηκαν έντονες αντιδράσεις, τόσο θετικές όσο και αρνητικές. Για κάθε καταγγελία που γνωστοποιήθηκε με καθυστέρηση χρόνων βρέθηκαν και τα άτομα που αναρωτήθηκαν «καλά, τώρα το θυμήθηκε;». Είναι μια πολύ συνήθης αντίδραση, και με έβαλε σε σκέψεις, καθώς, για μένα, δε μαρτυρά κάτι άλλο πέρα από άγνοια και έλλειψη ενσυναίσθησης για την εμπειρία ενός ατόμου που έχει βιώσει σεξουαλική κακοποίηση.


  Αρχικά, όμως, ας ορίσουμε τη σεξουαλική κακοποίηση. Πρόκειται για «μια πράξη σωματικής, ψυχολογικής και συναισθηματικής παραβίασης με τη μορφή σεξουαλικής πράξης, επιβαλλομένης σε κάποιο άτομο χωρίς τη συγκατάθεσή του. Μπορεί να περιλαμβάνει το χειρισμό του, ώστε να γίνει μάρτυρας σεξουαλικών ενεργειών ή να συμμετάσχει σε αυτές. Είναι μια μορφή σεξουαλικής βίας και συμπεριλαμβάνει το βιασμό και άλλα σεξουαλικά αδικήματα, όπως «χούφτωμα», εξαναγκασμό σε φιλί, παιδική σεξουαλική κακοποίηση, ακρωτηριασμό γυναικείων γεννητικών οργάνων, human trafficking, επιβεβλημένο γάμο και βία με βάση την «τιμή». Μπορεί να περιλαμβάνει την τεχνολογία και τα social media, οδηγώντας σε “grooming”, “trolling”, ή σεξουαλική παρενόχληση στο διαδίκτυο. Δεν αφήνει κάθε είδους σεξουαλική κακοποίηση σημάδια ή είναι βίαιη, ωστόσο μπορεί να προκαλέσει τραυματισμούς και σοβαρή συναισθηματική δυσφορία που συχνά παραμένει κρυφή.»

  Παρόλο που οι γυναίκες βιώνουν συχνότερα σεξουαλική κακοποίηση, οι άντρες είναι πιο πιθανό να υποβληθούν σε θεσμική σεξουαλική βία ή σε σεξουαλική βία συνυφασμένη με τον κλήρο και το χώρο της εκκλησίας (στην παιδική τους ηλικία) και σε σεξουαλική βία στη φυλακή (ως ενήλικες). Οι βιασμοί αντρών είναι από τα λιγότερο καταγγελθέντα εγκλήματα παγκοσμίως. Φυσικά, το κίνημα #Metoo δεν αφορά μόνο τις γυναίκες που είναι θύματα σεξουαλικής βίας, ούτε υποθέτει ότι οι δράστες είναι αποκλειστικά αρσενικού γένους και συμπεριλαμβάνει στη συζήτηση και τις γυναίκες – δράστριες σε θέσεις ισχύος. Δράστες μπορούν να είναι και άνθρωποι της LGBTQI+ κοινότητας, ειδικά αν βρίσκονται σε θέσεις ισχύος, και έχει παρατηρηθεί ότι ομοφυλόφιλα, αμφιφυλόφιλα, τρανς, μη δυαδικά ή ίντερσεξ άτομα είναι ευάλωτα σε κακοποίηση εξαιτίας των διακρίσεων που βιώνουν.



  Το κίνημα #Metoo έδωσε την ευκαιρία σε άτομα από κάθε γωνιά της γης να μιλήσουν για βιώματα σεξουαλικής παρενόχλησης, κακοποίησης και βίας. Χάρη σ’ αυτό, γυναίκες, θηλυκότητες και μη, αισθάνθηκαν ότι οι εμπειρίες τους ταυτίστηκαν, αλλά και ότι ταυτόχρονα ήταν διακριτές μεταξύ τους. Ωστόσο, πολλές ήταν και οι φωνές που δε μπορούσαν να αντιληφθούν γιατί κάποιος επιλέγει να μιλήσει τόσο αργά για ένα τέτοιο βίωμα. Γιατί, λοιπόν, κάποια άτομα αργούν να μιλήσουν;

  Από τα άτομα που μιλούν ετεροχρονισμένα, αρκετά βίωσαν σεξουαλική κακοποίηση σε νεαρή ηλικία. Οι έφηβοι βρίσκονται, δυστυχώς, σε κίνδυνο για σεξουαλική κακοποίηση. Οι έφηβες, συγκεκριμένα, είναι πιθανό να κακοποιηθούν από κάποιο γνωστό συνομήλικο τους έφηβο, συχνά ακόμη και από το αγόρι με το οποίο βγαίνουν. Αυτές οι περιπτώσεις αναφέρονται στη βιβλιογραφία με τον όρο “date rape” και σύμφωνα με μια έρευνα, μόλις το 1% αυτών των περιστατικών καταγγέλλεται στην αστυνομία. Ένα παιδί, ή ένα έφηβο άτομο, συχνά φοβάται να περιγράψει την εμπειρία του, με αποτέλεσμα να απωθεί και να «θάβει» το επίμαχο γεγονός. Μια έφηβη κοπέλα μπορεί να φοβάται να το αφηγηθεί στους γονείς της, αναμένει αρνητικές αντιδράσεις από φίλους και συμμαθητές και ίσως δεν καταλαβαίνει καν ότι αυτό που της συνέβη θεωρείται όντως βιασμός.

  Φυσικά, δε χρειάζεται να είσαι ανήλικος για να βιώσεις κάτι τέτοιο. Ακόμη και ένας ενήλικας είναι πιθανό να κακοποιηθεί σεξουαλικά και να μην το αποκαλύψει κατευθείαν, ούτε στους γύρω του, ούτε στις αρχές, για πολλούς λόγους. Τα θύματα συχνά νιώθουν ότι δε θα τους πιστέψουν οι γύρω τους ή ότι θα περιθωριοποιηθούν, και συχνά δεν εμπιστεύονται το ποινικό ή το υγειονομικό σύστημα. Αισθάνονται ντροπή, ταπείνωση ή φόβο. Μπορεί να μη θέλουν να κινηθούν νομικά ή αισθάνονται ότι πρέπει να προστατέψουν το δράστη. Μπορεί να φοβούνται να μιλήσουν αν είχαν κάνει χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών, αν δε θυμούνται αρκετά ή αν έχουν βεβαρημένο ποινικό μητρώο. Οι επιζώντες μπορεί να σκέφτονται ότι η κακοποίηση δεν ήταν αρκετά σοβαρή για να γίνει καταγγελία, κατηγορούν τους εαυτούς τους, φοβούνται εκδίκηση από το δράστη, δεν έχουν αρκετές αποδείξεις ή φοβούνται να μαθευτεί το περιστατικό από τους συγγενείς τους. Σε περίπτωση που αποκαλύψουν το περιστατικό σε κοντινά τους πρόσωπα και εκείνα αντιδράσουν αρνητικά, καθώς αυτό δεν είναι αναμενόμενο, τελικά μπορεί να είναι ακόμη πιο επιβλαβές για εκείνους. Οι αρνητικές κοινωνικές αντιδράσεις συνδέονται με περισσότερο άγχος, κατάθλιψη, και άλλες ψυχολογικές δυσκολίες, και φυσικά, συχνά οδηγούν το θύμα στο να μην αποκαλύψει ξανά το συμβάν, είτε για πάντα, είτε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Από την άλλη, έχει βρεθεί ερευνητικά ότι οι επιζώντες που τυγχάνουν θετικών αντιδράσεων (π.χ. οι γύρω τους πιστεύουν την ιστορία τους) συνέρχονται πιο ομαλά από αυτό το τραυματικό γεγονός.

  Σύμφωνα με μια έρευνα – ορόσημο, περίπου 94% των γυναικών που έχουν βιώσει κακοποίηση δεν το καταγγέλλουν στην αστυνομία. Από το 6% των καταγγελθέντων συμβάντων, μόλις το 40% οδήγησε σε διώξεις από τις αρχές. Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο επικίνδυνα όταν συνειδητοποιεί κανείς τον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι επιζώντες από τους επίσημους φορείς. Οι αστυνομικοί που αναλαμβάνουν αυτά τα περιστατικά συχνά περιγράφονται ως «αγενείς», «ψυχροί», «αναίσθητοι» και «υπεροπτικοί». Τα θύματα συχνά φοβούνται ότι οι αστυνομικοί δε θα πιστέψουν την ιστορία τους και πολλές φορές αυτό συμβαίνει πράγματι. Πολλά θύματα σεξουαλικής κακοποίησης δέχονται αδιάκριτες, σκληρές ερωτήσεις και φτάνουν να αισθάνονται ότι ευθύνονται για ό,τι τους συνέβη. Συχνά, η αστυνομία εξετάζει τους υποκείμενους σκοπούς μιας γυναίκας για την καταγγελία ενός βιασμού. Στην περίπτωση που στο θύμα αποδοθούν ευθύνες συμβαίνει αυτό που στη βιβλιογραφία περιγράφεται ως «δεύτερη επίθεση» ή «δεύτερος βιασμός», δηλαδή μια δευτερεύουσα θυματοποίηση που ακολουθεί την πρώτη τραυματική εμπειρία. Το θύμα εν προκειμένω μπορεί να κατηγορηθεί, να στερηθεί απαραιτήτων υπηρεσιών, ή εναλλακτικά η ιστορία του να μην θεωρηθεί αληθινή, ή να θεωρηθεί ως «όχι και τόσο σημαντική». Μια γυναίκα ανέφερε: «Η αστυνομία το ελαχιστοποιεί. Σε κάνουν να σκέφτεσαι ότι δεν ήταν και τόσο κακό. Αλλά μετά αναρωτιέσαι, αφού δεν ήταν τόσο κακό, γιατί αισθάνομαι έτσι;»


  Δυστυχώς, συμπληρωματικά με ό,τι αναφέρθηκε, η κοινωνία λειτουργεί σύμφωνα με μύθους γύρω από το βιασμό και την κακοποίηση. Η «μυθολογία του βιασμού» ορίζει το βιασμό ως τη δια της βίας διείσδυση ενός αγνώστου σε κάποια γυναίκα σε μια έρημη ή απόμακρη τοποθεσία, με αποτέλεσμα κάποιο σοβαρό τραυματισμό. Αυτή η αντίληψη του βιασμού παρεισφρέει σε κάθε έκφανση της κοινωνίας, με αποτέλεσμα να επικρατεί στην κοινή γνώμη διαχωρισμός μεταξύ του «αληθινού» και «αποδεκτού» βιασμού και του «ψεύτικου» ή «νόθου» βιασμού. Καθώς πρόκειται για μια ιδέα που είναι κοινώς αποδεκτή, συμβαίνει πολύ συχνά ένα άτομο να μην αντιλαμβάνεται ότι αυτό που του έτυχε θεωρείται πράγματι βιασμός και διώκεται ποινικά. Μπορεί να σκεφτεί ότι, καθώς δεν κακοποιήθηκε από κάποιον άγνωστο σε ένα σκοτεινό στενό, αλλά αντιθέτως από κάποιο γνωστό του άτομο εμπιστοσύνης, ή δε χρησιμοποιήθηκε βία και ένταση με αποτέλεσμα κάποιο σωματικό τραύμα, στην πραγματικότητα το συμβάν δε θεωρείται βιασμός. Πολλές φορές, μάλιστα, ο δράστης κάνει το συμβάν να φαίνεται ως φυσιολογικό, ως μια κοινή σεξουαλική πράξη. Κατά συνέπεια, το άτομο μπορεί να μην καταγγείλει το γεγονός. Σύμφωνα με μια μελέτη, μόλις το 47% γυναικών αντιλήφθηκαν ότι αυτό που τους συνέβη ήταν πράγματι βιασμός.

  Η σειρά των τελευταίων ετών "I May Destroy You", της Michaela Coel, πραγματεύτηκε τη σεξουαλική κακοποίηση και μάλιστα συγκεκριμένα έριξε φως σε πολλά από αυτά τα ζητήματα. Μάλιστα, σε ένα από τα επεισόδια πυροδοτείται συζήτηση για μια μορφή βιασμού που σίγουρα δεν είναι κοινώς αποδεκτή και αφορά την αφαίρεση του προφυλακτικού κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης. Μου φαίνεται ότι λίγα άτομα γνωρίζουν ότι αυτή η κίνηση είναι βιασμός, καθώς το άτομο που αφαιρεί το προφυλακτικό δεν έχει ζητήσει συναίνεση γι' αυτό και δεν το γνωστοποιεί στο άλλο άτομο. Αυτή και άλλες σειρές που ασχολούνται με ζητήματα σεξουαλικής κακοποίησης αποτελούν κατά τη γνώμη μου μια χρήσιμη συμβολή στην αντιμετώπιση του προβλήματος.

  Είναι πολλά αυτά που πρέπει να αλλάξουν όσον αφορά τη σεξουαλική κακοποίηση, τον τρόπο αντιμετώπισης ενός θύματος, τις απόψεις της κοινής γνώμης, και τον τρόπο που λειτουργούν οι δημόσιοι φορείς. Οι εργαζόμενοι στην αστυνομία ή το υγειονομικό σύστημα έχουν γαλουχηθεί, όπως και όλοι μας, σε κοινωνίες όπου επικρατούν προβληματικές ιδέες γύρω από τη σεξουαλική βία. Για μένα, θεωρείται κατεπείγον να ενημερωθεί συνολικά η κοινωνία γύρω από αυτά τα θέματα. Ακόμη πιο άμεσα πρέπει να γίνουν ριζικές αλλαγές και εκπαιδεύσεις στους φορείς που καλούνται να διαχειριστούν όσα άτομα καταγγέλλουν βιασμό ή άλλου είδους βία. Είναι πολύ σημαντικό τα θύματα να νιώθουν σε κάθε περίπτωση ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Προκειμένου να αναρρώσουν χρειάζεται να νιώσουν ότι οι γύρω τους πιστεύουν την ιστορία τους και ότι σε καμία περίπτωση δεν ήταν δικό τους φταίξιμο ή σφάλμα, να αντιμετωπιστούν με ενσυναίσθηση και καλοσύνη. Ακόμα και το να ακούσεις ή να πιστέψεις ένα θύμα κακοποίησης είναι ήδη σημαντικό. Το πρόβλημα δε θα βελτιωθεί όσο οι επιζώντες τίθενται υπαίτιοι γι' αυτό που τους συνέβη, αντιθέτως είναι και αυτό τελικά που τους οδηγεί στη σιωπή.


Βιβλιογραφία:
  • Ahrens, C. E. (2006). Being silenced: the impact of negative social reactions on the disclosure of rape. American journal of community psychology, 38(3-4), 263–274.
  • Ahrens, C. E., Stansell, J., & Jennings, A. (2010). To tell or not to tell: the impact of disclosure on sexual assault survivors' recovery. Violence and victims, 25(5), 631–648.
  • Bhattacharyya, R. (2018). #Metoo Movement: An Awareness Campaign. International Journal of Innovation, Creativity and Change, 3(4).
  • Du Mont, J., Miller, K.-L., & Myhr, T. L. (2003). The Role of “Real Rape” and “Real Victim” Stereotypes in the Police Reporting Practices of Sexually Assaulted Women. Violence Against Women, 9(4), 466–486.
  • Kearl, H. (2018). The facts behind the #metoo movement: A national study on sexual harassment and assault. Stop Street Harassment.
  • Kumar, M. (2020). Sexual assault. InnovAiT, 13(4), 235–241.
  • Lee, B. H. (2018). #Me Too Movement; It Is Time That We All Act and Participate in Transformation. Psychiatry investigation, 15(5), 433.
  • Orchowski, L. M., & Gidycz, C. A. (2015). Psychological consequences associated with positive and negative responses to disclosure of sexual assault among college women: a prospective study. Violence against women, 21(7), 803–823.
  • Regulska, J. (2018). The #MeToo Movement as a Global Learning Moment. International Higher Education, 94, 5-6.
  • Smith, S. G., & Cook, S. L. (2008). Disclosing sexual assault to parents: the influence of parental messages about sex. Violence against women, 14(11), 1326–1348.
  • Spencer, C., Mallory, A., Toews, M., Stith, S., & Wood, L. (2017). Why Sexual Assault Survivors Do Not Report to Universities: A Feminist Analysis. Family Relations, 66(1), 166-179.
  • Ullman, S. E. (1996). Social Reactions, Coping Strategies, and Self-Blame Attributions in Adjustment to Sexual Assault. Psychology of Women Quarterly, 20(4), 505–526.
  • Vopni, V. (2006). Young Women's Experiences with Reporting Sexual Assault to Police. Canadian Woman Studies, 25.

Σχόλια