Διπολική διαταραχή: ισορροπώντας μεταξύ άκρων

Αποστροφή του Ρόμαν Πολάνσκι (1965)


«Υπάρχει ένα συγκεκριμένο είδος πόνου, έξαρσης, μοναξιάς και τρόμου που σχετίζεται με αυτόν τον τύπο τρέλας. Όταν είσαι «high» είναι τρομερό. Οι ιδέες και τα συναισθήματα έρχονται γρήγορα και συχνά σαν πεφταστέρια και τα ακολουθείς μέχρι να βρεις αστέρια καλύτερα και πιο λαμπερά. Η συστολή φεύγει, οι σωστές λέξεις και χειρονομίες ξαφνικά είναι εκεί, η δύναμη να σαγηνεύσεις τον άλλο βιώνεται σαν βεβαιότητα. Βρίσκεις ενδιαφέρον σε μη ενδιαφέροντες ανθρώπους. Ο αισθησιασμός είναι διάχυτος και η επιθυμία να αποπλανήσεις και να αποπλανηθείς ακαταμάχητη. Συναισθήματα άνεσης, έντασης, δύναμης, ευημερίας, οικονομικής παντοδυναμίας και ευφορίας είναι διάχυτα. Αλλά κάπου αυτό αλλάζει. Οι ιδέες είναι υπερβολικά γρήγορες και υπερβολικά πολλές. Σαρωτική σύγχυση αντικαθιστά τη διαύγεια. Η μνήμη αποχωρεί. Το χιούμορ και η προσήλωση στα πρόσωπα των φίλων αντικαθίστανται από φόβο και ανησυχία [...]. Είσαι ευέξαπτος, θυμωμένος, φοβισμένος, ανεξέλεγκτος και μπλεγμένος ολοκληρωτικά στις πιο σκοτεινές γωνιές του μυαλού. Δεν ήξερες καν ότι υπήρχαν. Δε θα τελειώσει ποτέ, γιατί η τρέλα φτιάχνει τη δική της πραγματικότητα.»


  Ξεκινώντας μ' αυτά τα λόγια της κλινικής ψυχολόγου Kay Redfield Jamison από το βιβλίο «Ένα Ανήσυχο Μυαλό» αποφάσισα να μιλήσω για τη διπολική διαταραχή, παλιότερα γνωστή ως «μανιοκατάθλιψη». Πρόκειται για μια διαταραχή της διάθεσης που πέρα απ' το συναίσθημα επηρεάζει τη γνωστική λειτουργία και τη συμπεριφορά. Αυτό που τη διαχωρίζει από τις υπόλοιπες συναισθηματικές διαταραχές (κατάθλιψη, δυσθυμία) είναι η εμφάνιση μανίας ή υπομανίας. Τα μανιακά ή υπομανιακά επεισόδια εναλλάσσονται ή πλέκονται με καταθλιπτικά επεισόδια. Μεταξύ των επεισοδίων μπορεί να μεσολαβεί μια φυσιολογική περίοδος, γνωστή ως «νορμοθυμία» ("remission"). Ένα άτομο με κάποια διπολική διαταραχή βιώνει διακυμάνσεις στη διάθεση, η οποία φτάνει στα ύψη στη μανία ή την υπομανία και μειώνεται κατά πολύ στην κατάθλιψη. Σε κάποιες περιπτώσεις παρατηρείται ταχεία εναλλαγή φάσεων, γνωστή στα αγγλικά με τον όρο "rapid cycling", όπου συμβαίνουν πάνω από τέσσερις αλλαγές διάθεσης μέσα σε ένα χρόνο.

  Κατά τη διάρκεια της μανίας, λοιπόν, η διάθεση ανεβαίνει. Ο ασθενής αισθάνεται ευφορία, αυξημένη ενέργεια και είναι πιθανό να παρουσιάσει και ψυχωτικά συμπτώματα. Σύμφωνα με έρευνες, η πλειοψηφία ατόμων με οξύ μανιακό επεισόδιο εμφανίζει ψύχωση. Λιγότερο οξύ και μικρότερο σε διάρκεια είναι ένα υπομανιακό επεισόδιο που ωστόσο δε συνοδεύεται από ψύχωση. Αν και η διαταραχή ονομάζεται «διπολική» και η μανία με την κατάθλιψη νοούνται ως δύο αντίθετοι πόλοι, αξίζει να σημειωθεί ότι παρατηρούνται και μικτά επεισόδια, όπου μανιακά και καταθλιπτικά συμπτώματα συνυπάρχουν. Για να κριθεί ένα επεισόδιο ως μανιακό πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον μια βδομάδα και να είναι παρόν καθημερινά, ενώ ένα υπομανιακό επεισόδιο πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον 4 ημέρες. 

«Οι μανίες μου, τουλάχιστον στις πρώιμες και ήπιες μορφές, ήταν απόλυτα μεθυστικές καταστάσεις, που μου προκάλεσαν μια μεγάλη προσωπική ευχαρίστηση, μια ασύγκριτη ροή ιδεών και μια ασταμάτητη ενέργεια που επέτρεψε τη μετατροπή νέων ιδεών σε εργασίες και πρότζεκτ [...]. Ο κόσμος ήταν γεμάτος από ικανοποίηση και υποσχέσεις. Δεν ένιωθα απλά τέλεια, ένιωθα υπερβολικά τέλεια. Ένιωθα ότι μπορούσα να κάνω οτιδήποτε, ότι καμιά δουλειά δεν ήταν δύσκολη. Το μυαλό μου φαινόταν καθαρό, αφάνταστα συγκεντρωμένο και ικανό να κάνει διαισθητικά μαθηματικά άλματα που μου είχαν ως τότε τελείως διαφύγει. Στην πραγματικότητα μου διαφεύγουν ακόμη. Τότε, ωστόσο, όχι απλώς έβγαζαν όλα νόημα, αλλά όλα ξεκίνησαν να εφαρμόζουν σε ένα θαυμαστό είδος κοσμικής συνάφειας* [...]. Σχεδόν όλα γίνονταν σε υπερβολή. Αντί να αγοράσω μια συμφωνία του Μπετόβεν, αγόραζα εννέα. Αντί να εγγραφώ σε πέντε μαθήματα, θα εγγραφόμουν σε επτά. Αντί να αγοράσω δύο εισιτήρια για μια συναυλία, θα αγόραζα οκτώ ή δέκα».

(*Η Kay Redfield Jamison εδώ προσπαθεί να βάλει σε λέξεις κι εγώ να μεταφράσω στα ελληνικά αυτό που αισθάνεται γνωστικά ένας ασθενής με διπολική. Οι σκέψεις είναι τόσες πολλές και τα συμπεράσματα τόσο αλματώδη που το άτομο θεωρεί ότι ξαφνικά αντιλαμβάνεται νέα μυστικά του σύμπαντος, πράγματα που μόνο εκείνο καταλαβαίνει απ' όλους τους ανθρώπους, κοσμικές γνώσεις και σχέδια, για τα οποία και είναι προσωπικά εδώ ώστε να τα διεκπεραιώσει ή να τα γνωστοποιήσει στους υπόλοιπους. Όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους λες και έχει σχηματιστεί ένας ιστός αράχνης αποτελούμενος από νέες πληροφορίες και συνειδητοποιήσεις. Το άτομο αισθάνεται διορατικό, κάθε λεπτό σκέφτεται και κάτι ακόμη που συνδέεται με τα προηγούμενα και όλα αυτά μαζί επιβεβαιώνουν ό,τι ήδη γνωρίζει, ότι κατέχει μια μοναδική πολύτιμη γνώση σχετικά με το σύμπαν και την ανθρωπότητα.)

  Σε ένα μανιακό επεισόδιο, η αυτοεκτίμηση και η αυτοπεποίθηση του ασθενούς αυξάνονται δραματικά σε σημείο που μπορεί να οδηγηθεί σε ψευδαισθήσεις, συγκεκριμένα αίσθημα μεγαλείου ή μεγαλομανία. Μπορεί, δηλαδή, να θεωρεί ότι είναι ένα πολύ σημαντικό άτομο, όπως ο Μεσσίας. Μπορεί να αισθάνεται ότι παρακολουθείται ή καταδιώκεται, ενώ αυξάνεται σημαντικά η ομιλητικότητά του. Το άτομο συχνά κοιμάται ελάχιστα, αλλά νιώθει ξεκούραστο και γεμάτο ενέργεια. Οι αισθήσεις οξύνονται, έτσι ώστε τα χρώματα να φαίνονται πιο καθαρά και οι ήχοι εντονότεροι. Κάποιες φορές παρατηρείται και ευερεθιστότητα. Οι άνθρωποι που εμφανίζουν διπολική διαταραχή είναι πιθανό να οδηγηθούν σε επικίνδυνη συμπεριφορά, θέτοντας σε κίνδυνο τις προσωπικές τους σχέσεις ή κάνοντας απρόσεκτες και υπερβολικές δαπάνες, σεξ χωρίς προφυλάξεις, κατάχρηση ουσιών ή άλλες αντίστοιχες ενέργειες με τις οποίες έρχονται δυστυχώς αντιμέτωποι εκ των υστέρων, μετά το πέρας του επεισοδίου. Ο ενθουσιασμός είναι διάχυτος, ο ασθενής μπορεί να μιλάει ακατάπαυστα, να φαίνεται υπερβολικός και εξωστρεφής σε ακραίο βαθμό και συχνά σαγηνευτικός, καθώς αυξάνεται και η σεξουαλική επιθυμία. 

  Στον αντίποδα βρίσκεται το καταθλιπτικό επεισόδιο, που έπεται του μανιακού. Η διάθεση μειώνεται σημαντικά, το άτομο χάνει την όρεξη να διεκπεραιώσει ακόμη και πράγματα που μέχρι πρότινος του άρεσαν πολύ και τίποτα δεν του προκαλεί πια ευχαρίστηση. Μπορεί να νιώθει θλιμμένο, «άδειο», γεμάτο απελπισία. Η όρεξη για το φαγητό ή τον ύπνο αυξάνεται ή μειώνεται δραματικά, η ενέργεια και η συγκέντρωση περιορίζονται κατά πολύ.  Σ' αυτή τη φάση, ο ασθενής νιώθει κόπωση ακόμη κι αν δεν έχει κάνει κάτι που το δικαιολογεί και γι' αυτό συχνά αμελεί την προσωπική φροντίδα ή άλλες δραστηριότητες και η αυτοεκτίμησή του, αντιθέτως με τη μανία, πλήττεται σε μεγάλο βαθμό. Πολλοί ασθενείς βυθίζονται σε ένα φαύλο κύκλο, η χαμηλή τους λειτουργικότητα τους αποτρέπει από το να κάνουν αυτά που θέλουν κι αυτό στη συνέχεια τους οδηγεί σε περαιτέρω αίσθηση προσωπικής αναξιότητας και ενοχής. Σε κάποιες περιπτώσεις το άτομο σκέφτεται την αυτοκτονία, ενώ σπανιότερα την επιχειρεί. Δυστυχώς οι άνθρωποι με διπολική διαταραχή παρουσιάζουν κατά 15% περισσότερες πιθανότητες να επιχειρήσουν αυτοκτονία.

«Όμως, τότε, όπως η νύχτα διαδέχεται τη μέρα, η διάθεσή μου θα έπεφτε και το μυαλό θα παρέλυε και πάλι. Έχανα κάθε ενδιαφέρον για το διάβασμα, τους φίλους μου, τις βόλτες ή την ονειροπόληση. Δεν είχα ιδέα τι μου συνέβαινε και ξυπνούσα το πρωί με μια βαθιά αίσθηση τρόμου ότι θα έπρεπε κάπως να τα καταφέρω για μια ακόμη ολόκληρη ημέρα. Καθόμουν με τις ώρες στη βιβλιοθήκη, ανίκανη να βρω αρκετή ενέργεια να πάω στο μάθημα [...]. Και, πάντα, όλα ήταν κόπος. Το λούσιμο των μαλλιών μού έπαιρνε ώρες και με εξαντλούσε για ώρες στη συνέχεια. Το γέμισμα της παγοθήκης ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου και που και που κοιμόμουν με τα ίδια ρούχα που φορούσα μέσα στη μέρα, γιατί ήμουν υπερβολικά εξαντλημένη για να ξεντυθώ [...]. Από την ώρα που ξυπνούσα το πρωί ως την ώρα που πήγαινα για ύπνο το βράδυ ήμουν αφόρητα θλιμμένη και φαινομενικά ανίκανη να νιώσω χαρά ή ενθουσιασμό. Όλα, κάθε σκέψη, λέξη, κίνηση, ήταν κόπος. Όλα όσα πριν άστραφταν τώρα ήταν επίπεδα [...]. Ένιωθα λες και μόνο ο θάνατος θα με απελευθέρωνε από την ακατανίκητη αίσθηση ανεπάρκειας και μαυρίλας που με περικύκλωνε.»

  Πρόκειται για μια από τις πιο γενετικές ψυχικές διαταραχές, το οποίο σημαίνει ότι συχνά κληρονομείται και οι ασθενείς που την παρουσιάζουν έχουν ιστορικό αντίστοιχων διαταραχών στην οικογένειά τους, ωστόσο η προδιάθεση αλληλεπιδρά με περιβαλλοντικούς παράγοντες κινδύνου με τρόπους που ακόμη δεν έχουν αναλυθεί επαρκώς. Πάντως, πρέπει να δίνεται προσοχή σε συγγενείς ατόμων που πάσχουν από διπολική διαταραχή. Είναι μια διαταραχή που κάνει την εμφάνισή της νωρίς στη ζωή του ατόμου, με το 60% να ξεκινάει πριν τα 21 έτη. Η εμφάνιση διπολικής διαταραχής διαταράσσει την κοινωνική ζωή του ατόμου και τη γνωστική του εμπειρία και κάποιες φορές κρίνεται απαραίτητη η νοσηλεία. Συνήθως, βέβαια, αυτό συμβαίνει στη διπολική διαταραχή τύπου Ι, καθώς στη διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ τα υπομανιακά επεισόδια που παρατηρούνται προκαλούν λιγότερα προβλήματα. Όσο πιο γρήγορα αντιμετωπιστεί θεραπευτικά ο ασθενής, τόσο πιο ομαλή θα είναι και η πορεία της διαταραχής. Ψυχοθεραπευτικά η διπολική διαταραχή μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη γνωσιοσυμπεριφοριστική θεραπεία (CBT), τη συστημική/οικογενειακή θεραπεία, τη διαπροσωπική και κοινωνική θεραπεία ρυθμού (IPSRT), την ψυχοεκπαίδευση και τη γνωστική αποκατάσταση. Οι ειδικοί τονίζουν πως απαιτείται συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής και ψυχοθεραπείας για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

(Τα αποσπάσματα που χρησιμοποίησα είναι από το βιβλίο "An Unquiet Mind: A Memoir of Moods and Madness" της Kay Redfield Jamison, μιας κλινικής ψυχολόγου που πάσχει και η ίδια από Διπολική Διαταραχή Ι.)

Προτεινόμενα βιβλία:
  • Το βιβλίο της Κατερίνας (Αύγουστος Κορτώ)
  • Μικρό Χρονικό Τρέλας (Αύγουστος Κορτώ)
  • Το Εκκρεμές του Νου: Ζώντας με τη διπολική διαταραχή (Βένη Παπαδημητρίου)
  • Bipolar Disorder: The Ultimate Guide (Sarah Owen)
  • Bring me to Light: Embracing my Bipolar and Social Anxiety (Eleanor Segall)
  • Me, Myself and Bipolar Brenda: The Journals of a Happy Soul with a chaotic mind (Natasha Naomi Rea)
  • I'm Telling the Truth, but I'm Lying: Essays (Bassey Ikpi)
  • The Other Side of me: Memoir of a bipolar mind (Julie Kraft)
  • High Tide, Low Tide: The Caring Friend's Guide to Bipolar Disorder (Martin Baker)
Βιβλιογραφία:
  • American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (5th ed.).
  • Anderson, I. M., Haddad, P. M., & Scott, J. (2012). Bipolar disorder. BMJ (Clinical research ed.), 345, e8508.
  • Carvalho, A. F., Firth, J., & Vieta, E. (2020). Bipolar Disorder. The New England journal of medicine, 383(1), 58–66.
  • Grande, I., Berk, M., Birmaher, B., & Vieta, E. (2016). Bipolar disorder. Lancet (London, England), 387(10027), 1561–1572.
  • Keck, P. E., Jr, McElroy, S. L., & Arnold, L. M. (2001). Bipolar disorder. The Medical clinics of North America, 85(3), 645–ix.

Σχόλια