Γιατί ρωτάνε οι θεραπευτές για την παιδική μας ηλικία;

Η πρωταγωνίστρια του The Tale (2018) έρχεται σε επαφή με τα φαντάσματα του παρελθόντος

   Πήρες την απόφαση να ξεκινήσεις ψυχοθεραπεία, διάλεξες θεραπευτή και ήδη στις πρώτες συνεδρίες αναρωτιέσαι γιατί σου κάνει ερωτήσεις για την παιδική σου ηλικία. Καλά, τι σημασία έχει, σκέφτεσαι, δεν είναι και ότι μπορείς να αλλάξεις το παρελθόν σωστά; Σωστά. Ωστόσο, τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. 


  Πλέον, οι έρευνες υποδεικνύουν ότι ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώσαμε τα πρώτα μας χρόνια επηρεάζει τη μετέπειτα ζωή μας. Στην παιδική μας ηλικία διαμορφώνουμε μοτίβα σκέψης και συμπεριφοράς, τρόπους αντιμετώπισης καταστάσεων, δεξιότητες διαχείρισης του συναισθήματος και σχήματα με τα οποία φιλτράρουμε όσα μας συμβαίνουν, από τις σχέσεις μας ως τα απλά καθημερινά γεγονότα. Δεν «κλειδώνει» τίποτα φυσικά, ούτε ένα συμβάν μπορεί να επηρεάσει δύο άτομα με τον ίδιο τρόπο, όμως η κατανόηση των πρώτων μας εμπειριών μπορεί να ρίξει άπλετο φως στον τρόπο που λειτουργούμε στο σήμερα. Δε μπορούμε να αλλάξουμε ό,τι μας συνέβη, μπορούμε όμως να το επεξεργαστούμε σε ένα ασφαλές περιβάλλον, προκειμένου να συμφιλιωθούμε μ' αυτό και να προχωρήσουμε κάνοντας αλλαγές στο παρόν και στο μέλλον.

  Το αν κάποιος θεραπευτής θα εστιάσει στο παρελθόν σου εξαρτάται και από τη θεραπευτική του εκπαίδευση, αλλά και από το λόγο για τον οποίο ξεκινάς ψυχοθεραπεία. Ένας θεραπευτής του CBT π.χ. δε θα κάνει τόσες ερωτήσεις για το μακρινό παρελθόν. Παρομοίως, αν αναζητάς θεραπεία λόγω κάποιας πρόσφατης απώλειας και πένθους, μου φαίνεται ότι ο θεραπευτής θα εστιάσει στο αίτημά σου και όχι στην παιδική σου ηλικία, τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο.

  Έχουν γίνει πολλές έρευνες που μελετούν τον τρόπο που οι πρώιμες εμπειρίες επηρεάζουν τη μετέπειτα ζωή ενός ατόμου. Κάποιες έχουν αντικρουόμενα ευρήματα, αλλά πλέον οι ειδικοί συμφωνούν πως μπορεί η παιδική ηλικία να μην καθορίζει την ενήλικη ζωή κάποιου, ενδέχεται ωστόσο πράγματι να ασκήσει σημαντική επίδραση σ' αυτή. Σ' αυτές τις γραμμές κινείται και η θεωρία του Συναισθηματικού Δεσμού (Attachment Theory) που βασίζεται στο έργο του John Bowlby. Σύμφωνα μ' αυτή, οι πρώιμες εμπειρίες μας με εκείνους που μας φροντίζουν (συνήθως αυτοί είναι οι γονείς) θέτουν τα θεμέλια για τις μετέπειτα σχέσεις μας και αποτελούν το πλαίσιο, μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι κλίσεις και οι ικανότητές μας, από τις κοινωνικές δεξιότητες, ως τον τρόπο διαχείρισης του συναισθήματος.

  Πιο συγκεκριμένα, o Bowlby θεώρησε ότι εξελικτικά οι άνθρωποι ανέπτυξαν την ανάγκη να διατηρούν στα πρώτα τους χρόνια συναισθηματική εγγύτητα με κάποιο άτομο, το βασικό τους φροντιστή, καθώς μ' αυτό τον τρόπο εξασφαλίζουν την επιβίωσή τους. Έτσι, ένα βρέφος διαμορφώνει συναισθηματικό δεσμό με το άτομο που το φροντίζει. Η φύση αυτού του δεσμού επιδρά σημαντικά στην προσωπικότητά του, που σ' αυτή τη φάση αρχίζει και σχηματίζεται. Το βρέφος είτε αντιλαμβάνεται το φροντιστή του ως μια σταθερή φιγούρα, η οποία ανταποκρίνεται στις ανάγκες του και είναι συναισθηματικά διαθέσιμη, είτε όχι, και ως συνέπεια την εσωτερικεύει και αρχίζει να σκέφτεται αν το ίδιο είναι άξιο προσοχής και φροντίδας, αντιλήψεις που το ακολουθούν και στη μετέπειτα ζωή του. Καθώς διατηρεί ασυνείδητα ένα νοητικό μοντέλο των σχέσεων βάσει των πρώιμων εμπειριών του, τείνει να αναζητά ανθρώπους με τους οποίους συνδέεται με τρόπο οικείο και στους οποίους αποκρίνεται όπως γνωρίζει να αποκρίνεται συνήθως.

  Η Mary Ainsworth μελέτησε ερευνητικά αυτή τη θεωρία και παρουσίασε τέσσερις κατηγορίες μορφών συναισθηματικού δεσμού (ή συναισθηματικής προσκόλλησης): 1. Ασφαλής, 2. Ανασφαλής/Αποφευκτικός, 3. Ανασφαλής/Αμφιθυμικός, 4. Αποδιοργανωμένος/Ανεπίλυτος. Οι τύποι αυτοί έχουν να κάνουν με τον τρόπο που λειτουργούμε στις κοντινές μας σχέσεις, πώς νιώθουμε με την εγγύτητα, πόσο εύκολα εκφράζουμε αυτό που μας προβληματίζει και πόσο εκτιμούμε την αυτονομία. Στην πραγματικότητα αυτές οι διαφοροποιήσεις νοούνται σε ένα συνεχές και όταν κάποιος τοποθετείται σε ακραία σημεία μπορεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες.


  1. Ασφαλής: Ο φροντιστής του ατόμου με ασφαλή δεσμό έγινε αντιληπτός ως σταθερός και συναισθηματικά διαθέσιμος. Ανταποκρίθηκε επαρκώς στις ανάγκες του ατόμου, το οποίο ένιωσε την ασφάλεια να εξερευνήσει εν συνεχεία τον κόσμο γύρω του. Στην ενήλικη ζωή του, ο άνθρωπος αυτός αισθάνεται γενικά ικανοποιημένος, νιώθει άνετα με την οικειότητα, εμπιστεύεται τους ανθρώπους γύρω του και μπορεί να δεσμευτεί στις σχέσεις του. Συνηθίζει να είναι ανοικτός και του αρέσει να συνεργάζεται. Έχει την προσδοκία ότι οι άλλοι θα είναι διαθέσιμοι και υποστηρικτικοί αν χρειαστεί και διαθέτει υψηλή αυτοεκτίμηση. Έχει συνθέσει μια πολύπλευρη αντίληψη για τον εαυτό του, καθώς αναγνωρίζει ότι έχει τόσο θετικές όσο και αρνητικές πλευρές που μπορούν να συνυπάρχουν σε αρμονία.
  2. Ανασφαλής/Αποφευκτικός: Το άτομο με αποφευκτικό δεσμό μαθαίνει να αποσύρεται, να αποστασιοποιείται και δυσκολεύεται να εμπιστευτεί τους άλλους και να ζητήσει βοήθεια. Στις ερωτικές του σχέσεις, συχνά, αδυνατεί να δεσμευτεί και φοβάται την οικειότητα. Έχει ανάγκη για όσο το δυνατό περισσότερη ανεξαρτησία. Ίσως, ο φροντιστής του ήταν απόμακρος, επικριτικός, σε ακραίες περιπτώσεις κακοποιητικός ή ιδιαίτερα αυστηρός. Μπορεί να είχε προσωπική δυσκολία να διαχειριστεί τα συναισθήματά του, επομένως και εκείνα του παιδιού του, με αποτέλεσμα αυτό να μάθει να απωθεί τα συναισθήματά του. Αν επέκρινε το παιδί, εκείνο έμαθε ότι είναι καλύτερα να μην αναζητά τη φροντίδα του.
  3. Ανασφαλής/Αμφιθυμικός: Το άτομο με αμφιθυμικό δεσμό επιθυμεί πολύ έντονα την οικειότητα, αλλά ταυτόχρονα φοβάται πολύ την απόρριψη. Αποζητά τη δέσμευση και νιώθει άνεση να συζητήσει τους προβληματισμούς του, αλλά συχνά πέφτει σε αντιφάσεις και νιώθει έντονο άγχος. Αν και μπορεί να σχηματίσει σταθερές σχέσεις, τείνει να μην ικανοποιείται από αυτές. Ο φροντιστής του είχε δείξει ασυνεπή στάση, καθώς κάποιες φορές ήταν διαθέσιμος και κάποιες όχι, με αποτέλεσμα η παρουσία του να είναι απρόβλεπτη.
  4. Αποδιοργανωμένος/Ανεπίλυτος: Το άτομο με αποδιοργανωμένο δεσμό πιθανά βίωσε κακοποίηση ως παιδί και δεν ήξερε τι να περιμένει από τους φροντιστές του. Παρατηρούνται πολλές δυσκολίες, χαμηλή αυτοεκτίμηση, ενώ είναι ο τύπος που συνδέεται πιο έντονα από όλους στην ενήλικη ζωή με ψυχικές ασθένειες (προσωπικότητας, διάθεσης, άγχους κ.α). Στους περισσότερους, το άτομο αυτό μπορεί να φαίνεται αποπροσανατολισμένο και μπερδεμένο.
  Υποστηρίζεται ότι κάθε παιδί διαμορφώνει δεσμό με το βασικό του φροντιστή και στη συνέχεια αρχίζει να αναπτύσσει δεσμούς και με τα υπόλοιπα οικεία του πρόσωπα ιεραρχικά (π.χ. πρώτον με τη μητέρα, δεύτερον με τον πατέρα, τρίτον με τη γιαγιά κλπ). Έτσι, καθένας από μας μπορεί να έχει διαφορετική προσκόλληση με κάθε άτομο της οικογένειας (π.χ. ασφαλή δεσμό με τη μητέρα και ανασφαλή δεσμό με τον πατέρα). Ουσιαστικά, με την προσκόλληση του σε κάθε φροντιστή, το παιδί μαθαίνει να προσαρμόζεται προκειμένου να επιβιώσει. Αν αντιληφθεί το φροντιστή του ως ικανή και επαρκή φιγούρα, θα στραφεί σ' αυτή για προστασία, ενώ αν αντιληφθεί το φροντιστή ως ανεπαρκή φιγούρα μαθαίνει να ζητά περισσότερη προσοχή ή να ανεξαρτητοποιείται, ώστε να καλύψει τις ίδιες του τις ανάγκες.

  Σύμφωνα με τις έρευνες, γύρω στο 60% του πληθυσμού θεωρείται ότι έχει ασφαλή δεσμό. Οι περισσότεροι από μας δηλαδή βρισκόμαστε κάπου στα μέσα του συνεχούς, όχι στα άκρα. Οι ειδικοί υποστηρίζουν πως ακόμα και εκείνοι που τείνουν προς κάποιο από τους ανασφαλείς δεσμούς προχωρούν στη ζωή τους με διαθέσιμες πολλές ευκαιρίες να μετακινηθούν προς έναν πιο ασφαλή δεσμό. Ο συναισθηματικός δεσμός δεν παγιώνει για την υπόλοιπη ζωή του βρέφους, αντιθέτως κάθε άτομο έχει δυνατότητες εξέλιξης και αναζητά ασυνείδητα επανορθωτικές εμπειρίες.

  Πολύ σημαντικός άξονας στη διαφοροποίηση των ανασφαλών τύπων είναι η οικειότητα. Ενώ ο αποφευκτικός την απορρίπτει, ο αμφιθυμικός την αναζητά όλο και περισσότερο. Λόγω αυτών των διαφοροποιήσεων παρατηρείται ερευνητικά πως οι ερωτικοί συνδυασμοί ατόμων με αποφευκτικό και αμφιθυμικό δεσμό είναι συχνοί, καθώς ο καθένας επιβεβαιώνει τις προσδοκίες του άλλου. Γι' αυτό, ερευνητικά, φαίνεται ότι είναι πολύ δύσκολο να παραμείνουν μαζί σε βάθος χρόνου δύο αποφευκτικοί σύντροφοι ή δύο αμφιθυμικοί σύντροφοι. Όσο ο αποφευκτικός τύπος επιλέγει αμφιθυμικούς συντρόφους επιβεβαιώνει την ιδέα του ότι οι σύντροφοι τείνουν να προσκολλώνται και να εξαρτώνται από αυτόν, ενώ παρομοίως αν ο αμφιθυμικός τύπος σχετίζεται με αποφευκτικούς συντρόφους ισχυροποιεί τη δική του προσδοκία ότι οι σύντροφοι θα είναι απόμακροι και θα τον απορρίψουν. Αν το σκεφτεί κανείς, είναι κάπως «τρομακτικό» το πώς οι ερωτικές μας σχέσεις μπορούν να κινούνται σε τόσο ασυνείδητο επίπεδο, όσο εμείς αναρωτιόμαστε γιατί ελκύουμε συνεχώς τους λάθος συντρόφους, μέχρι φυσικά να κατανοήσουμε γιατί το κάνουμε αυτό.

  Ο συναισθηματικός μας δεσμός, λοιπόν, επηρεάζει τις ενήλικες ερωτικές μας σχέσεις. Υποστηρίζεται πως θέτει τις βάσεις για τις αντιλήψεις που διατηρεί ο καθένας μας για τον εαυτό και τους άλλους.  Πλέον, ωστόσο, οι ειδικοί μελετούν και τον τρόπο με τον οποίο τα βιώματα και οι εμπειρίες μας επιδρούν στη συναισθηματική μας προσκόλληση. Οι πρώιμες εμπειρίες είναι σημαντικές, αλλά δεν καθορίζουν την υπόλοιπη ζωή μας, αντιθέτως μπορεί αργότερα να ατονήσουν όσο έρχονται στη ζωή μας νέα αντικρουόμενα βιώματα.

  Έχει παρατηρηθεί πως το περιβάλλον μπορεί να μας οδηγήσει σε κάποια πιο ασφαλή προσκόλληση με ποικιλία γεγονότων και βιωμάτων. Παραδείγματος χάριν, μπορούμε να «κερδίσουμε» περισσότερη ασφάλεια μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις. Ακόμη κι αν οι γονείς μας δεν ήταν οι ιδανικές φιγούρες, ασυνείδητα, όπως ανέφερα και πριν, αναζητούμε διορθωτικές εμπειρίες, μια εκ των οποίων μπορεί να είναι μια ανθρώπινη σχέση, όπου το άτομο με ανασφαλή δεσμό βλέπει ότι οι προσδοκίες του για τους άλλους και τον εαυτό του διαψεύδονται. Η σημαντικότερη και ισχυρότερη διορθωτική εμπειρία είναι η ψυχοθεραπεία. Μάλιστα, ο Bowlby υποστήριζε πως ο θεραπευτής όχι μόνο δύναται να αποτελέσει φιγούρα προσκόλλησης για το θεραπευόμενο, αλλά ταυτόχρονα ότι οφείλει να είναι μια σταθερή και αξιόπιστη παρουσία για εκείνο/η, ώστε να επιτρέπει την ελεύθερη και ασφαλή προσωπική του/της έκφραση. 


Βιβλιογραφία:
  • Bifulco, A., Moran, P. M., Ball, C., & Bernazzani, O. (2002). Adult attachment style. I: Its relationship to clinical depression. Social psychiatry and psychiatric epidemiology, 37(2), 50–59.
  • Collins, N. L., & Read, S. J. (1990). Adult attachment, working models, and relationship quality in dating couples. Journal of Personality and Social Psychology, 58(4), 644–663.
  • Davila, J., Burge, D., & Hammen, C. (1997). Why does attachment style change?. Journal of personality and social psychology, 73(4), 826–838.
  • Feeney, J. A., & Noller, P. (1990). Attachment style as a predictor of adult romantic relationships. Journal of Personality and Social Psychology, 58(2), 281–291.
  • Fraley, R. C. (2002). Attachment stability from infancy to adulthood: Meta-analysis and dynamic modeling of developmental mechanisms. Personality and Social Psychology Review, 6(2), 123–151.
  • Kirkpatrick, L. A., & Davis, K. E. (1994). Attachment style, gender, and relationship stability: a longitudinal analysis. Journal of personality and social psychology, 66(3), 502–512.
  • Kirkpatrick, L. A., & Hazan, C. (1994). Attachment styles and close relationships: A four-year prospective study. Personal Relationships, 1(2), 123–142.
  • Levy, K. N., Ellison, W. D., Scott, L. N., & Bernecker, S. L. (2011). Attachment style. Journal of clinical psychology, 67(2), 193–203.
  • Meyer, B., & Pilkonis, P. A. (2001). Attachment style. Psychotherapy: Theory, Research, Practice, Training, 38(4), 466–472.
  • Mikulincer, M. (1995). Attachment style and the mental representation of the self. Journal of Personality and Social Psychology, 69(6), 1203–1215.
  • Raby, K. L., Roisman, G. I., Fraley, R. C., & Simpson, J. A. (2015). The enduring predictive significance of early maternal sensitivity: social and academic competence through age 32 years. Child development, 86(3), 695–708.
  • Young, E.S., Simpson, J.A., Griskevicius, V., Huelsnitz, C.O., & Fleck, C. (2017). Childhood attachment and adult personality: A life history perspective. Self and Identity, 18, 22 - 38.

Έργο του Bowlby:
  • Bowlby, J. (1969). Attachment and loss: Vol. 1. Attachment. New York, NY: Basic Books.
  • Bowlby, J. (1973). Attachment and loss: Vol. 2. Separation. New York, NY: Basic Books.
  • Bowlby, J. (1979). The making and breaking of affectional bonds. London: Tavistock.
  • Bowlby, J. (1980). Attachment and loss: Vol. 3. Loss, sadness and depression. New York, NY: Basic Books.

Έργο της Ainsworth:
  • Ainsworth, M. D. S., Blehar, M. C., Waters, E., & Wall, S. (1978). Patterns of attachment. Hillsdale, NJ: Lawrence Erlbaum Associates, Inc.

Σχόλια